Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου - Qabel

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος, μου προκαλεί μια έλξη, ο τίτλος είναι πάντοτε οργανικό μέρος της γέννησης της επιθυμίας και των προσδοκιών, άλλωστε. Qabel, το άτομο που υπογράφει το βιβλίο, ένα ψευδώνυμο, δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς προφέρεται, κάνω μια μαντεψιά, Καμπέλ, σε μια εποχή φανέρωσης, υπέρμετρης φανέρωσης, οι δημιουργοί τριγυρνούν στα ψηφιακά χώματα, οι αναγνώστες νιώθουμε να τους γνωρίζουμε, άλλους τους συμπαθούμε και άλλους όχι, όχι αυτούς, αλλά την εικόνα τους, ίσως έτσι διατυπωμένο να είναι πιο ορθό. Εδώ, το συγγραφικό υποκείμενο επιλέγει να σταθεί πίσω από το ταμπλό ενός ψευδώνυμου, στην παχιά σκιά του. Η διερεύνηση των λόγων αυτών εκτείνεται εκτός της λογοτεχνίας, θεωρώ, στην επικράτεια του αδιάφορου κουτσομπολιού.

Η απουσία ονόματος μεταφραστή μοιάζει να επιβεβαιώνει την αρχική υποψία μου πως το άτομο πίσω από το ψευδώνυμο ζει στην Ελλάδα, εδώ βρίσκεται ο πατέρας του, η πόλη του, εδώ διένυσε τα τριάντα του, ή κάτι από όλα αυτά, ή απλώς τα ελληνικά να είναι η γλώσσα στην οποία τα προσλαμβάνει. Αυτή η βεβαιότητα, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες από τις οποίες αποτελείται η πρώτη μαγιά επιθυμίας ανάγνωσης, αποδεικνύεται καθοριστική, πιάνω το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, λοιπόν. Η αυτομυθοπλασία, το προσωπικό ως πρώτη ύλη κατασκευής λογοτεχνίας, είναι κάτι που με ενδιαφέρει, ένα υποείδος που όσο μπορώ παρακολουθώ, πότε γοητεύομαι και πότε απογοητεύομαι, αυτό είναι όμως το παιχνίδι, έτσι και αλλιώς, καλώς ή κακώς. Η χώρα προέλευσης και κατοικίας, η Ελλάδα, αποδεικνύεται περαιτέρω καθοριστική γιατί σε αυτή την αρένα της συγχρονίας, εκεί που το σκηνικό είναι καθοριστικό για τις κινήσεις, τις σκέψεις, τις αποφάσεις ή και τα συναισθήματα του συγγραφικού υποκειμένου, επιτείνοντας εκτός της συγχρονίας και τη συντοπία. Ένας επιπλέον κοινός άξονας αναδύεται πέρα από τα πιο γενικά ο πατέρας μου και η πόλη μου· τα τριάντα μου, εγώ σε λίγο θα γίνω 43.

(Σίγουρα υπάρχουν εκείνοι οι αναγνώστες που ο παραπάνω συλλογισμός αναγνωστικής επιλογής τους μοιάζει κάπως βλακώδης. Πρέπει γι' αυτούς να επαναλαμβάνουμε τα προφανή κλισέ: πως ο καθένας για τους δικούς του λόγους διαβάζει λογοτεχνία, με τα δικά του κριτήρια επιλέγει να διαμορφώσει το μονοπάτι αυτό.)

Η πρώτη φράση του βιβλίου αφήνει τον ήχο του σπίρτου στην επιφάνεια τριβής να ακουστεί: «Ο πατέρας μου μισούσε τον εαυτό του όταν δεν ήταν στο επίκεντρο», συνεχίζει: «Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αναγκάσει εμένα, τη μάνα μου και την αδερφή μου να τον προσέξουμε», εδώ είμαστε, σκέφτομαι. Η φλόγα που θα φωτίσει το δωμάτιο γραφής δεν φανερώνει τέρατα, όχι με μια πρώτη περιδιάβαση του βλέμματος τουλάχιστον. Έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα κείμενο που μοιάζει και ίσως να είναι έντονα αυτοβιογραφικό, δεν ενδιαφέρομαι για την απόλυτη αλήθεια, τέτοια δεν υπάρχει όταν μεσολαβεί η αφήγηση, ακόμα και αν το διακύβευμα ήταν αυτή η απόλυτη αλήθεια, ακόμα και αν ο αφηγητής ήμουν εγώ ο ίδιος. Μια αφήγηση στρωτή, με αρκετά πέρα και δώθε στον χρόνο και τον χώρο, μπρος και πίσω, αναλήψεις και προλήψεις, μέχρι το συγγραφικό παρόν, τώρα που τα τριάντα βρίσκονται πια πίσω.

Μια σχετικά ήπια αφήγηση που δεν αφήνει να διαφανεί η ύπαρξη μιας ποσότητας λάβας έτοιμης να διαρρήξει το σαθρό έδαφος, να ξεχυθεί και να κάψει, δεν υπάρχει κάποιο γεγονός συγκεκριμένο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αφήγηση, γεγονός που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα αυτό από άλλα συγγενή του, εκεί που το τραύμα αναδύεται και αποτελεί τον πυρήνα, μια σειρά γεγονότων που οδήγησαν σε αυτό, μια σειρά γεγονότων που το ακολούθησαν. Διαισθητικά και με κάποια αυτοπεποίθηση δεν χαλάρωνα, περίμενα πως από σελίδα σε σελίδα η έκρηξη θα συνέβαινε, όλα όσα θα είχαν προηγηθεί θα αποτελούσαν μια παρατεταμένη εισαγωγική σεκάνς, τη συνοδεία του αναγνωστικού υποκειμένου σε εκείνες τις επικράτειες. Σχεδόν ήμουν σίγουρος πως η σεξουαλική ταυτότητα θα αποτελούσε αναπόφευκτα κάτι το επίμαχο, ένα σημείο σύγκρουσης, μια αφετηρία νέα στο ήδη διανυμένο μονοπάτι, ένα καινούργιο επεισόδιο στη σχέση γιου πατέρα. Όμως όχι, ούτε αυτό συνέβη. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί κάποιου είδους σπόιλερ, δεν το νομίζω, συγγνώμη ωστόσο.

Ακόμα μια βεβαιότητα που σύντομα καταρρίφθηκε ήταν εκείνη της κατονόμασης προσώπων, τόπων και συστατικών του συλλογικού θιάσου, ήταν κάτι το οποίο ανέμενα και στο οποίο ήλπιζα όταν παραπάνω μιλούσα για συντοπία εκτός από συγχρονία, τα πραγματολογικά στοιχεία που θα συνέθεταν ένα έδαφος κοινό και γνώριμο, ιδωμένο από άλλη οπτική και από διαφορετική θέση, ωστόσο κοινό και γνώριμο. Η σκιά που το ψευδώνυμο ρίχνει στην ταυτότητα του υποκειμένου γραφής αποτελεί γνώρισμα και του μυθιστορήματος συνολικά. Η πόλη δεν κατονομάζεται, ίσως η περιγραφή της, που κάτι μπορεί να πρόδιδε, θεωρώ πως ήταν συγκεχυμένη, έκανα διάφορες υποθέσεις, για τον έναν ή τον άλλο λόγο αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Μια σχετικά μικρή πόλη, μετά από απουσία για σπουδές, η επιστροφή στον τόπο των παιδικών χρόνων, εκεί που ο πατέρας, ανάμεσα σε άλλους, έχουν μια παρουσία διάχυτη ακόμα και εν την απουσία τους από την κεντρική σκηνή, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.

Σκέφτομαι κάποιες φορές πως οι δούρειοι ίπποι είναι συχνά πιο επίφοβοι να ξεγελάσουν τις άμυνες και να προωθηθούν με ορμή πίσω από τις οχυρώσεις εκεί που επικρατεί μια χαλάρωση, ακόμα και όταν δεν κατασκευάζονται συνειδητά ως τέτοιοι. Το λέω αυτό γιατί παραπάνω ανέφερα διάφορες βεβαιότητες και προσδοκίες που είχα πιάνοντας και διανύοντας τα πρώτα μέτρα της ανάγνωσης, βεβαιότητες και προσδοκίες που κατέπεσαν με τον σχετικό πάταγο να τις συνοδεύει, όμως αυτή η κατάρριψη, παρά μια σύντομη αμηχανία που προκάλεσε, λειτούργησε εν τέλει διαβρωτικά. Εξηγώ: Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος του βιβλίου, ανοίγει πολύ τη γκάμα των συντοπιτών, εκείνων που διαβάζοντάς τον νιώθουν πως τους αφορά. Παρότι στις προσδοκίες μου υπήρχε κάτι το αμιγώς προσωπικό, ένα εγώ που βιώνει και ενεργεί, αφηγείται τα της ζωής του και εναπόκειται στον αναγνώστη να κρίνει αυτή την απόφαση, να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: είναι αυτό λογοτεχνία; με αφορά; Εδώ, η κατάρριψη της προσδοκίας έθεσε εκτός λειτουργίας και αντικειμένου το δεύτερο.

Θα επιμείνω λίγο ακόμα σε αυτό. Δεν ξέρω και δεν θέλω να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις που καθόρισαν αυτό τον κρυπτικό χαρακτήρα μιας φαινομενικά απόλυτα προσωπικής αφήγησης. Το αντιμετωπίζω ως ένα δούρειο ίππο επειδή λειτούργησε τελικά με αυτόν τον τρόπο, μια ύπουλη, συγγνώμη για την επιλογή λέξης, και λοξή συμπερίληψη, ένα κείμενο που πιάνοντάς το ήμουν σίγουρος πως είναι ατομικό, απότοκο μιας διάχυτης ιδιώτευσης που χαρακτηρίζει πια μέρος της λογοτεχνίας αλλά και της ζωής στο σύνολό της, τελικά αποδείχτηκε ύπουλα και λοξά συμπεριληπτικό. Ωστόσο, και αυτό το θεωρώ αρετή, ακόμα και αν δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, το συγγραφικό υποκείμενο δεν μοιάζει να είχε τέτοια πρόθεση, να που έπεσα στην παγίδα της απόπειρας διάκρισης προθέσεων. Ίσως λογοτεχνία να είναι αυτό που εδράζεται σε μια απόλυτα προσωπική ανάγκη, εκείνο το θα έπεφτα στον Σηκουανά αν δεν έγραφα το Κουτσό, που δήλωσε κάποια στιγμή ο Κορτάσαρ, αλλά παρότι αναπόφευκτα και αναγκαστικά με τον τρόπο της εδράζεται εκεί, ο αποχωρισμός του έργου από τον έλεγχο του κατασκευαστή αποδεικνύεται κατά την ανάγνωση πως ξεφεύγει από τις στενωπούς του ατομικού, πως κομίζει κάτι, ακόμα και αν δεν γίνεται συνειδητά, επαναλαμβάνω.

Κάτι άλλο περίμενα, κάτι άλλο διάβασα. Κάπου ενδιάμεσα μια αμηχανία ξεπρόβαλε. Συνέχισα την ανάγνωση και ένιωθα πως το κείμενο αυτό, που έντονα προσπαθούσε να καλύψει την πιθανότητα αναγνώρισης, έσκαβε μέσα μου και ανέσυρε διάφορα πράγματα, κάποια αναγνωρίσιμα, κάποια θολά και με ανάγκη για ξεσκόνισμα και αξιολόγηση σε δεύτερο χρόνο. Γιατί μπορεί να αναφέρθηκα εκτενώς σε εκείνα που πρόσμενα και δεν τα βρήκα, όχι έτσι όπως τα ανέμενα τουλάχιστον, αλλά η επιθυμία ή η τάση μου να διαβάζω τέτοια λογοτεχνία όπως αυτή σίγουρα δεν περιορίζεται, θέλω να πιστεύω, σε μια διάθεση κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στη ζωή κάποιου άλλου, αλλά την περιδιάβαση σε δωμάτια με καθρέφτες, ενίοτε παραμορφωτικούς, εκεί που εκτός από το συγγραφικό υποκείμενο και εγώ ως αναγνώστης κοιτάζομαι, αναγνωρίζω και εκπλήσσομαι από πράγματα δικά μου.

Βιβλία όπως Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου χρειάζονται κάποιον επιπλέον χρόνο μεταβολισμού, μετά το τέλος της ανάγνωσης, όταν εκείνη θα λειτουργεί σε ένα διαφορετικό της καθημερινότητας επίπεδο, όταν ένα άλλο βιβλίο θα βρίσκεται στο κομοδίνο δίπλα μου, όταν στιγμές, εικόνες και φράσεις θα ξεπηδούν αν ξεπηδούν τελικά μη αναμενόμενα. Η τελική, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα αμφιβάλλω, αποτίμηση θα γίνει τότε, θα διαμορφωθεί για να αφαιρέσω κάτι από τον ενεργητικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Και το Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου συνέχισε να μεταβολίζεται μέσα μου για αρκετά μεγάλο διάστημα, αναγκάζοντάς με να αναβάλλω τη γραφή αυτού του κειμένου.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Loggia

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Τα θέλω όλα - Dominic Amarena

Μυθιστορήματα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα μυθιστορήματα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου μου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή μου, η εμπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής. Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα μίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής μου επιθυμίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, μέσα από τον οποίο έμαθε τα περισσότερα απ' όσα έμαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ' όσα ένιωσε και άλλη διαδρομή δεν υπήρχε εμπρός του παρά η συγγραφή, μια συγγένεια μεταξύ μας, ένας τόπος κοινός.

Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε μια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα με τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει μια μέρα στο κολυμβητήριο μια άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, που όμως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερημίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δημιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, μια συγγραφέας που όπως ακόμα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγμα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούμενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναμο κατασκεύασμα χωρίς τα εξωκειμενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δημιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο, μόνο μια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίμασαν να μάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος μιας ακαδημαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης με το έργο της.

Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εμπρός του, μια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόμα και στη σύντροφό του λέει ψέματα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, μετά από δεκάδες ατέρμονες απόπειρες, τέλματα και αποτυχίες, μια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα μυθιστόρημα για μια άγνωστη παρότι διάσημη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, με συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.

Όμως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ημερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, μια εξαφανισμένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθμός της εκεί λογοτεχνίας, μια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγματική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως μοιάζουν κάπως μπερδεμένα, ο Αμαρένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει με τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κομμάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραμερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης μετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του μυθιστορήματος αυτού.

Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει με την αποφασιστικότητα της επιθυμίας να γίνει ο σημαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόμα και όταν νιώθει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι γεμάτος βρωμιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αμφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εμάς, τι και αν δεν φιλοδοξούμε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουμε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, μας λένε, μια φορά παρουσιάζονται και αλίμονο σε όποιον δεν τις εκμεταλλευτεί, δεν θα πετύχει. 

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεμάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκομείο, μετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, μιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του μύθου. Με μια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέμπο, ο Αμαρένα παρασέρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή μέσα στο μυαλό και το δωμάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγματική ζωή επιχειρείται να μετατραπεί σε λογοτεχνία.

Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αμαρένα, ίσως έχοντας στο μυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή μιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, με όχημα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι μόνο πράγματα, κάνει μια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, μέσα από τα θέματα που με οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγματεύτηκε, με επιμονή και καθαρή ματιά στον κόσμο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει με μια κοπέλα εγκλωβισμένη σε ένα δωμάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιμέτωπη με τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεμάρα, μεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Οι χήροι, έχουμε τις μαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νομικά, διαμαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αμαρένα κατορθώνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα σε απολαυστική λογοτεχνία, μην αμελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, με κάποια μετρημένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσμος, η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, οι αμφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθμό, η ματαιοδοξία πως έχουμε κάτι να πούμε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά μας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν αμελεί τα ευρήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγμένα, δεν αμελεί και τις ανατροπές, μικρότερες ή μεγαλύτερες ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειμένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας μονάχα.

Το Τα θέλω όλα, το πέμπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, με τα προσεγμένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι μια σύγχρονη πρόταση από μια αχανή μα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Ένα βιβλίο και ένας συγγραφέας μου ήρθαν στο μυαλό, ένα νήμα διασύνδεσης προέκυψε, Το Oh! Canada του Ράσελ Μπανκς, για το μπρα ντε φερ δύο δημιουργών στον πυρήνα της πλοκής, περισσότερα εδώ. Και τον Ζοέλ Ντικέρ που σε κάθε βιβλίο του στήνει ένα ενδολογοτεχνικό σκηνικό, ένα πρώτο νήμα εδώ.
 υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Γεννήτρια

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ - Mordecai Richler

Ένα μεγάλο χορταστικό μυθιστόρημα επιθυμούσα, θα χώριζε τη μέρα στα δύο, ένας κόσμος συμπλήρωμα στην τρέχουσα ρουτίνα, μια σταθερά. Με το υποδεκάμετρο στο βλέμμα περιέτρεξα τις διάφορες στοίβες με τα βιβλία σε αναμονή. Θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του προσωρινού (ουδέν μονιμότερου) πυργίσκου, έπιασα στα χέρια μου ένα απωθημένο ετών, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ. Να τι προηγήθηκε της ανάγνωσης αυτής· ένα χορταστικό μυθιστόρημα, ένα καταφύγιο, να τι περιελάμβανε ο ορίζοντας προσδοκιών.

Η οικογένεια Γκάρσκυ, που βρήκε καταφύγιο στον παγωμένο αμερικανικό βορρά, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, τα όρια και τα παραθυράκια του νόμου, σε μια ρευστή εποχή απαγορεύσεων και ανάπτυξης παράλληλων αγορών, ηγήθηκε εν τέλει μιας παντοκρατορίας παραγωγής και διάθεσης αλκοόλ, στο τώρα επιτυχημένοι επιχειρηματίες που τα ίχνη του λαθρεμπορίου ολοένα και χάνονται στο παρελθόν.

Ο διανοούμενος, μοναχικός και αλκοολικός, Μόζες Μπέργκερ, άλλοτε παιδί-θαύμα των γραμμάτων, που το μέλλον του έμοιαζε να είναι στρωμένο με ένα παχύ χαλί απορρόφησης αναταράξεων και κραδασμών προς τη δόξα και την καταξίωση, πάσχει από την εμμονή της βιογράφησης ενός εκ των παιδιών του γεννήτορα Γκάρσκυ, του Σόλομον. Η εμμονή, η κάθε εμμονή, γεννιέται ξαφνικά και από ελάχιστη πρώτη ύλη, έτσι και αυτή αναπτύχθηκε από την παρουσία με τον πατέρα του σε μια δεξίωση της οικογένειας για την οποία δούλευε, όταν ο Μόζες ήταν ακόμα νεαρός, συνομήλικος των παιδιών του Σόλομον, που από κάποια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να είναι απόλυτα σίγουρος για την τύχη του, νεκρός ή φυγάς;

Το βιβλίο αποτελείται από μια σύνθετη και πυκνή διακλάδωση δύο κεντρικών αρτηριών, η μια, η έρευνα του Μόζες και η άλλη, η ζωή του, πρόκειται για μια μεταμοντέρνα κατασκευή που εσωκλείει τη διαδικασία και την απόπειρα συγγραφής της βιογραφίας του Σόλομον Γκάρσκυ, περιλαμβάνοντας και την αφήγηση της ζωής του ίδιου του ερευνητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, να σκιαγραφήσει δύο αιώνες ιστορίας ενός νεοσύστατου κράτους, τον τρόπο με τον οποίο οι συσχετισμοί διαμορφώθηκαν φτάνοντας στο σήμερα της αφήγησης, να πει εν τέλει μια χορταστική ιστορία με τρόπο ιδιοφυή.

Αρχικά, η παρουσία μιας ευδιάκριτης και τεράστιας συγγραφικής φιλοδοξίας, παράλληλα με τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη στο αφηγηματικό περιβάλλον, στο οποίο αρχικά νιώθει χαμένος, παρότι γοητευμένος, ακολουθεί την αφήγηση με τα χρονικά μπρος πίσω και τις διαρκείς εναλλαγές προσώπων, αργότερα, ο θαυμασμός, πανταχού παρών και συνοδοιπόρος μέχρι τις τελευταίες σελίδες, τελικώς, η χαλάρωση και το άφημα στα χέρια του αφηγητή, τριτοπρόσωπου και καλά καμουφλαρισμένου εντός του σώματος της αφήγησης, πότε ο αναγνώστης υποψιάζεται τον συγγραφέα του βιβλίου και πότε τον Μόζες, πότε ένας παντογνώστης αφηγητής και πότε ένας μελετηρός ερευνητής, που μέσα στα χρόνια παλεύουν με τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, καταφεύγουν σε βιβλιοθήκες και παλαιοπωλεία, ώρες γραφής, στέκονται σε μια αποστροφή του λόγου ή στη συμπτωματική παρουσία ενός αντικειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής για παράδειγμα, και πια, από ποια στιγμή και ύστερα άραγε;, η ζωή τους έχει γίνει ένα με την έρευνα, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τους ίδιους.

Η αληθοφάνεια προσώπων και καταστάσεων, παρότι διαρκώς υπό αίρεση, βρίσκεται εκεί, απαραίτητη συγκολλητική ουσία για το δέσιμο της περίπλοκης κατασκευής, μια ιστορία την οποία ο συνθέτης γνωρίζει εις βάθος, εκεί είναι και τα κομμάτια που λείπουν, όλα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα επεισόδια της ζωής των χαρακτήρων, πρώτων και δεύτερων ρόλων, και όλα αυτά χωνεμένα πλήρως στη μεγάλη εικόνα, στην ιστορία των δύο αυτών αιώνων, μια σειρά από ηθικά διλήμματα, από αποφάσεις πλεύσης, χωρίς καμία διδακτική ή κριτική διάσταση να τα σκιάζει, πρόσωπα αφημένα ελεύθερα στην αρένα. Το εμβαδό που καταλαμβάνει ο κόσμος του μυθιστορήματος εκτείνεται αρκετά έξω από τα όρια του βιβλίου, δεκάδες νήματα στέκουν παρατεταγμένα, δεκάδες σημεία ανάπαυσης και παρατήρησης προσφέρονται, δεκάδες όρμοι και κορυφές, ένας κόσμος ολόκληρος χώρεσε στις σελίδες αυτές, άλλος τόσος, τουλάχιστον, περίσσεψε.

Ο Ρίχλερ, γεννημένος το 1931στο Μόντρεαλ, τοποθετεί τον πήχη σε ιλιγγιώδες ύψος, καταφέρνει με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει, να πείσει πως οι προθέσεις του υλοποιήθηκαν, αποτυπώθηκαν στο χαρτί, την ίδια στιγμή που κάθε καινούργια πρόταση δείχνει εύθραυστη, πως θα μπορούσε να είναι η τελευταία πριν ο συγγραφέας παρατήσει το φιλόδοξο σχέδιο, λυγίζοντας κάτω από το ίδιο το βάρους της υπό ανέγερση κατασκευής, πως αυτή η οριακή μόλις παρουσία του Σόλομον Γκάρσκυ, μια φευγαλέα ματιά και μετά απουσία, θα έπαυε να λειτουργεί, αυτή η χίμαιρα θα αναδεικνυόταν σε απόλυτο νικητή, όμως όχι, το απατηλό άντεξε, η εμμονή επικράτησε της ματαιότητας, γιατί κάποιος να θέλει να βιογραφήσει ένα φάντασμα; Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Η μεγάλη φόρμα, γνώμη μου είναι, όταν φτάνει σε αντίστοιχα ύψη με το Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, δικαιολογεί γιατί είναι η κορωνίδα του γραπτού λόγου, καλός ο μινιμαλισμός, η επιλογή της μιας έναντι της άλλη λέξης, αλλά εδώ το διακύβευμα είναι τερατώδες, υπεράνθρωπο, το δέος κατά την περιδιάβαση, αλλά και μετά, στο τέλος της ανάγνωσης όταν ο οδοιπόρος κοιτάζει πίσω του τη διανυθείσα διαδρομή, το δέος τότε έρχεται να βασιλεύσει επί κάθε άλλου συστατικού απόλαυσης, δέος και θαυμασμός από την πρώτη σπίθα που φώτισε στιγμιαία την επικράτεια που εν τέλει κατέλαβε το μυθιστόρημα, δέος και θαυμασμός μέχρι το τελευταίο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, πριν την τελευταία τελεία. 

Είναι απαιτητικό; Τόσο που η λέξη δεν το υποστηρίζει παρά εν μέρει. Αποζημιώνει; Τόσο που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπωθεί.

Αρκετές φορές αναλογίστηκα τις αντιστοιχίες με Τα βιβλία του Ιακώβ της Τοκάρτσουκ, οι αναλογίες πρόδηλες, κυρίως ωστόσο διαρκώς στεκόμουν σε μία από αυτές, εκείνη που ερχόταν αντιστικτικά να σταθεί απέναντι στο ερώτημα: γιατί συνεχίζω μαγεμένος την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, τόσο μεγάλου, του οποίου η πλοκή μου φαίνεται αδιάφορη, μακριά από τις επιθυμίες και τα γούστα μου, και πριν απαντήσω απλά γυρνούσα τη σελίδα, τόσο κρατούσε η αναρώτηση, και συνέχιζα μαγεμένος την αναγνωστική περιδιάβαση. Και αυτό το αίσθημα έμεινε να αιωρείται σε κάθε ελάχιστη σχισμή της ανάγνωσης, αυτό το άγνωστο γιατί συνεχίζω, ακόμα καλύτερα, αυτό το άγνωστο γιατί δεν μπορώ να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου;

Η ιστορία, παρά τις όποιες λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις, μοιάζει οικεία, το λαθρεμπόριο και η εμμονή, επίσης, το πώς έφτασαν κάποιοι στην επιτυχία και την επιχειρηματική καταξίωση, αυτό και αν είναι οικείο, το πώς ένα μυαλό κλείδωσε και εγκλωβίστηκε ιδία, ως ενός σημείου, βούληση σε έναν λαβύρινθο αδιεξόδων, και όμως, ο τρόπος του, όχι τόσο στην ίδια την αφήγηση αλλά στη σύνθεσή της, ο τρόπος με τον οποίο ο ερευνητής μελετάει τα αρχεία, ο τρόπος που το πάθος (ή εμμονή, αν σας κάθεται καλύτερα) κατακλύζει το μυαλό, την ύπαρξη εν γένει, το πάθος εκείνου που σχολαστικά επιμένει να γυρεύει την αλήθεια, το ντοκουμέντο, την ακριβή λεπτομέρεια, παρότι το πάθος αυτό είναι καμουφλαρισμένο πίσω από τη μη ηθική ακεραιότητα του υποκειμένου της αφήγησης, από τις ατέλειες του, είναι διάχυτο από άκρη σε άκρη, το πάθος εκείνου ήταν, θεωρώ, το πρώτο κύτταρο έμπνευσης πριν τη διαίρεση. Μια τόσο σύνθετη ιστορία, με πλήθος από λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, για να αποτυπωθεί η εμμονή του ερευνητή, αυτό το άγνωστο γιατί που συνοδεύει όλη τη σπουδαία λογοτεχνία, όλη τη συγγραφή, την ανάγκη μας να λέμε και να διαβάζουμε ιστορίες, κάποτε γύρω από τη φωτιά, κάποτε στο παιδικό δωμάτιο, σήμερα.

Και έτσι η μέρα χωρίστηκε στα δύο, όσα έπρεπε να γίνουν και όσα ήθελα να γίνουν, το αποκούμπι ήταν εκεί. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα ανθρώπινο επίτευγμα.

υγ. Για Τα βιβλία του Ιακώβ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Γεωργαλίδη, Στράτης Μπουρνάζος
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Αδέσποτες σκύλες - Dahlia de la Cerda

Γεννημένη το 1985, η Ντάλια δε λα Σέρδα είδε τις Αδέσποτες σκύλες της, μια συλλογή διηγημάτων, να μεταφράζονται, να διαβάζονται, να συζητιούνται, να αποκτούν ένα hype στο διαδίκτυο, να προτείνονται για βράβευση, πρόσφατα κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora, με το εστιασμένο ενδιαφέρον της κίτρινης σειράς, σε γυναικείες (κυρίως) ισπανόφωνες συγγραφείς.

Δεκατρία διηγήματα μεσαίας έκτασης, όλα σε πρώτο θηλυκό πρόσωπο, με ευθεία δευτεροπρόσωπη απεύθυνση σε ένα άλαλο, αμέτοχο εσύ, ένα μπουκέτο από διάφορες φωνές, πότε ηλικιωμένες, πότε νεκρές, πότε προνομιούχες, πάντοτε ωστόσο με έναν θυμό, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, με μια διάθεση να ακουστούν, να πουν την ιστορία τους τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία, πριν σωπάσουν οριστικά, να στρέψουν το βλέμμα σε εκείνη την πρότερη ζωή, σε όσα την προσδιόρισαν και, αργά ή γρήγορα την καθόρισαν, όσα εκείνες υπήρξαν, ενάντια σε όσα οι άλλοι θεωρούσαν πως βλέπουν, πως έχουν απέναντί τους, όσα οι άλλοι καταδίκασαν.

Η συνοχή μιας συλλογής διηγημάτων, το χτύπημα απέναντι στην τυχαία συνύπαρξη πλάι πλάι, είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Κάποια μικρά νήματα ενώνουν κάποιες ιστορίες μεταξύ τους, ένας δεύτερος ρόλος σε κάποια γίνεται πρώτος, όμως αυτό δεν είναι το καθοριστικό νήμα, ο απαραίτητος άξονας περιστροφής. Ούτε η γλώσσα, μεγάλη εδώ η συνεισφορά της μεταφράστριας, είναι ομόφωνη, συναισθήματα κοινά υπάρχουν, το γλωσσικό πλαίσιο είναι σύγχρονο, η αμεσότητα και η παντελής έλλειψη λογοτεχνικού ραφιναρίσματος, επίσης, ωστόσο είναι διακριτές, όπως διακριτή είναι και η ζωή τους, το πλαίσιο ύπαρξης, μόνο με πολλές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινή γυναικεία εμπειρία. Το νήμα, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η διακριτότητα μεταξύ των αφηγηματικών υποκειμένων, αυτές οι δεκατρείς, που θα μπορούσαν να είναι ακόμα περισσότερες, αφηγήτριες που εξιστορούν πώς συνέβησαν τα πράγματα, ποια ήταν η καθοριστική στιγμή που με τον τρόπο της η καθεμία πήρε την απόφαση, την κρίσιμη απόφαση, επωμίστηκε δια παντός τον ρόλο του θύτη ή του θύματος, έκλαψε όταν πια οι δακρυϊκοί αδένες απορρυθμίστηκαν.

Για μένα, το σοκαριστικό δεν είναι οι αφηγήσεις αυτές, αλλά το γεγονός πως ακούγονται σπάνια, σχεδόν ποτέ από τις ίδιες τις αφηγήτριες, τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά ετεροκαθορίζονται, ετεροαφηγούνται. Σοκαριστικό, για μένα επίσης, είναι αυτή η αντανακλαστική σκέψη περί της πιθανότητας υπερβολής, αυτή η απόπειρα να εντοπιστεί και να καυτηριαστεί η αιμορραγούσα πληγή, να υποτιμηθεί, η ευκολία με την οποία το προνόμιο λέει: τα παραλές. Θυμός, οργή και θλίψη. Κυρίως, ωστόσο, αμεσότητα και στεγνότητα, χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς φιοριτούρες. Ακόμα και σήμερα, που μπορούμε να πούμε πως οι γυναίκες πια ακούγονται περισσότερο από παλιά, το στερεότυπο της γλυκούλας αφηγήτριας δεν έχει κατατροπωθεί, όχι πλήρως, θέλουμε στυλ, θέλουμε υπαινιγμό, θέλουμε σκέρτσο και νάζι, θέλουμε μια επιβεβαίωση από μεριάς τους πως τα πράγματα είναι καλύτερα, πως λίγη χαριτωμενιά χωράει. Όμως, πώς αλλιώς μπορούν τα υποκείμενα να αφηγηθούν;

Η βιοποικιλότητα των διηγημάτων επιτρέπει στο φάσμα να αποκαλύψει τα μήκη κύματος ή τη συχνότητα της ακτινοβολίας, η γυναικεία στενωπός διαρρηγνύεται, η συγκολλητική ουσία διαλύεται, το περισσεύον υλικό είναι ικανό να αποδείξει την ασφυξία, στερεοτυπική και εργαλειοποιημένη, κατά πώς βολεύει το προνόμιο, τσουβάλιασμα άκριτο. Επιτρέπεται στο προνόμιο να επεκταθεί πέρα του φύλου, πέρα του σεξουαλικού προσανατολισμού, πέρα της ηλικίας, να επεκταθεί στο οικονομικοκοινωνικό στάτους, στο προνόμιο της τάξης, όχι αποκλειστικά και μόνο για να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, να απορρίψει κάποιες από τις γυναίκες, αλλά για να δείξει πώς το προνόμιο που φέρει δύναμη επιβολής δύναται να χρησιμοποιηθεί, ίσως ακόμα πώς ο κόσμος, έτσι όπως πορεύεται, μια ζούγκλα που προσβάλει τη ζούγκλα, εκεί που ο δυνατός επιβάλλεται, λειτουργεί.

Η εκφραστική λιτότητα, ακόμα και σήμερα, έχουμε πια 2026, συγχέεται με την ανικανότητα στη χρήση του λόγου, δεν της προσφέρεται ο χώρος που της αναλογεί, ο χώρος της επιλογής, της κατάλληλης χρήσης των εκφραστικών μέσων, της αμεσότητας, του θυμού, του στεγνού και γειωμένου ρεαλισμού, της καθημερινότητας και της αποφοράς της. Η ομορφιά συγχέεται με το μακιγιάρισμα, με τον αναχωρητισμό, υπαινιγμό απαιτούν, απαιτούμε, σχηματικές αφηγήσεις, δυσδιάκριτες αναλογίες με το πραγματικό. Η λογοτεχνία της Σέρδα έχει θυμό, οργή και θλίψη σε μεγάλες ποσότητες. Δεν έχει σημασία αν οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα, είναι πραγματικές γιατί είναι πιθανές, γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβαίνουν καθημερινά. Η λογοτεχνία της Σέρδα μάλλον δεν θα διαβαστεί από εκείνους που συντελούν στο μακελειό, εκείνοι, ακόμα και αν διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, θα επιχειρήσουν να μετριάσουν, να πλήξουν, να επισημάνουν, να προσθέσουν διάφορα αλλά, να αντιγυρίσουν και να στρεβλώσουν, να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα, να μιλήσουν εν ονόματι μιας λογοτεχνίας, ιερής και αγίας, αποστειρωμένης, να επισημάνουν φορώντας τον φιλολογικό μανδύα, έχουνε μεγάλη γκαρνταρόμπα, ανάλογα με την περίσταση ντύνονται.

Η λογοτεχνία, η έκφραση του ανθρώπινου εν γένει, υπάγεται σίγουρα στο προσωπικό γούστο, είναι και αυτό ένα προνόμιο, ένα μπούνκερ αναχωρητισμού, η επιλογή συνολικά έχει χαρακτηριστικά ελιτισμού, ακόμα και αν τα απαρνείται σαν σκυλί που σκούζει. Και δεν εξαντλείται μόνο στην τέχνη η ατάκα θέλω να περάσω καλά, να ξεχαστώ. Κοιτάξτε την πρόσληψη της πραγματικότητας, της φρίκης, λίγες στιγμές μετά, ολοένα και πιο δυνατά ακούγονται οι φωνές που δηλώνουν πως βαρέθηκαν να ακούνε για το ένα ή το άλλο, λες και είναι μια τηλεοπτική σειρά και δεν σκοπεύουν να δουν το επόμενο επεισόδιο. Και ίσως το γεγονός πως η Σέρδα καταφεύγει, παρά τις όποιες επιρροές από την πραγματικότητα, στη μυθοπλασία να επισημαίνει ακόμα περισσότερο αυτή την επικράτεια αντιδράσεων, σαν να αποτελεί ένα άσσο στο μανίκι όσων λένε πως έχουν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια, απλά, μικρή διαφορά, το να βαριέσαι κάτι είναι προνόμιο, δηλώνει μια δυνατότητα επιλογής, εκεί που μεγάλο ποσοστό της θηλυκότητας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει πρόσβαση, ο ζυγός του όποια θέλει μπορεί, όποια προσπαθήσει μπορεί, του λύσεις υπάρχουν και τα δηλωμένα αδιέξοδα δεν είναι παρά δικαιολογίες, είναι ο τρόπος του προνομίου να σκέφτεται και να ετεροκαθορίζει άπαντες, εγώ θα έκανα αυτό, ναι, θα το έκανες γιατί μπορείς, τι διάολο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις.

Τα δώδεκα πρώτα διηγήματα προετοιμάζουν το έδαφος για το δέκατο τρίτο, εκεί που όλοι οι παραπόταμοι της φρίκης έρχονται να συναντηθούν και να ενωθούν, παρέα με τις αφηγήσεις που δεν χώρεσαν στη συλλογή αυτή, πεπερασμένη η επιφάνεια και τόση η φρίκη, εδώ η όποια μυθοπλαστική αμφίεση ξηλώνεται για να αποκαλύψει τη γυμνή αλήθεια, είτε από το δοκίμιο, την έρευνα, τα στατιστικά δεδομένα, είτε από τη μυθοπλασία, από όπου και να κινήσει κανείς εδώ στη μεγάλη δύσοσμη γούρνα του κόσμου πέφτει και παλεύει να επιπλεύσει, να αναπνεύσει, να κοιτάξει τον ουρανό.

Ακόμα μια φορά. Τα διηγήματα της Σέρδα δεν σοκάρουν για αυτά που αφηγούνται, στη θεωρία, όσο ψεύτης και υποκριτής και αν είναι κανείς, τα γνωρίζουμε, όσο και αν εθελοτυφλούμε γιατί βαριόμαστε και δεν έχουμε όρεξη για τέτοια, μια ζωή την έχουμε και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά, τα διηγήματα αυτά σοκάρουν, ακριβώς γιατί πατάνε πάνω στην άρνησή μας να αντικρίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, να στρέψουμε το βλέμμα πέρα και μακριά από το οικόπεδο που περιφράξαμε για να ζήσουμε ήσυχοι και καθησυχασμένοι, αυτό το τριγκάρισμα που ενεργοποιεί την αντανακλαστική κουβέντα: υπερβολές, έλα τώρα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο πετρίτης - J. A. Baker

Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ένιωσα μια αμφιθυμία έντονη, διάβασα δυο φορές το οπισθόφυλλο για να βεβαιωθώ πως όντως το βιβλίο αυτό ήταν η ημερολογιακή καταγραφή ενός πετρίτη, είδος γερακιού, στην αγγλική ύπαιθρο τη δεκαετία του '60, κατά τη διάρκεια της παραμονής των πουλιών αυτών σε εκείνα τα μέρη. Η αμφιθυμία, ως εκκρεμές σε κίνηση, στη μια άκρη της ταλάντωσης συναντούσε την επικράτεια της δεδομένης επιθυμίας μου για δοκιμή αναγνωσμάτων έξω από την όποια ζώνη άνεσης, στην άλλη άκρη το ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα ένα τέτοιο βιβλίο, με τόσα επιθυμητά αδιάβαστα να με περιμένουν; Τελικά, η απόφαση για ανάγνωση υποβοηθήθηκε, μάλλον υποσυνείδητα, από τη λαχτάρα μου να διαβάζω/ακούω αφηγήσεις εμμονής ή/και μονομανίας με έντονο το στοιχείο του πάθους.

Η οικολογοτεχνία δεν είναι σε καμία περίπτωση καταχώρηση στο αγαπημένο μου μενού. Παρότι ολοένα και πιο επίκαιρη, εγώ αναζητώ κυρίως αστικά περιβάλλοντα στη λογοτεχνία. Υπάρχει, βέβαια, όπως σε κάθε υπό διαμόρφωση αλλά και αίρεση κανόνα, μια, τουλάχιστον, εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή το Walden ή Η ζωή στο δάσος του Θορώ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανάγνωσης το είχα το βιβλίο αυτό κατά νου, το ημερολόγιο καταγραφής της σποράς πατάτας, ο διαρκής υπολογισμός του κόστους, η θέα του γαλανού ουρανού από θέση ύπτια στο νερό της λίμνης, η άρνηση του συγγραφέα να πληρώσει φόρους που θα πήγαιναν σε έναν ακόμα πόλεμο, η αβίαστη απόλαυση που η ανθρώπινη μοναξιά του προσέφερε.

Αν δεν υπήρχε το πάθος του Μπέικερ, λίγες σελίδες θα άντεχα, ίσως, αν δεν υπήρχε το πάθος αυτό, να μην είχε εκδοθεί ποτέ Ο πετρίτης. Το πάθος υπερκαλύπτει τις όποιες αρετές στη γραφή του ή, για την ακρίβεια, το πάθος του μετασχηματίζεται μέσα από τις λέξεις και τις περιγραφές, μια γλώσσα δουλεμένη αλλά όχι προσποιητή, μια ποιητικότητα γλυκιά και όχι γλυκερή, πάθος εμμονικό, αυτό που γυρεύω καθημερινά. Και άπαξ και η αμφιθυμία καταλάγιασε, και η ανάγνωση μπήκε στις ράγες μιας αργής και νωχελικής περιδιάβασης στο πλευρό του συγγραφέα/αφηγητή/παρατηρητή, η παράδοση υπήρξε άνευ όρων, ένιωθα κι εγώ να είμαι σε εκείνες τις υγρές και τεράστιες εκτάσεις που ακόμα δεν είχα αποτελέσει θήρα της αστικοποίησης, της εξάπλωσης του Λονδίνου, της επίμονης και επίφοβης επέλασης του ανθρώπινου στο φυσικό περιβάλλον.

Η παρατήρηση και η καταγραφή δεν είναι μέρος της ζωής του συγγραφέα εντός των γραμμών του βιβλίου αυτού, ελάχιστα, ως και τίποτα, μαθαίνουμε για εκείνον, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού μένει, πώς κερδίζει τον επιούσιο. Μόνο η παρατήρηση του πετρίτη. Δεν μαθαίνουμε επίσης τίποτα για το τι συμβαίνει μερικά χιλιόμετρα μακριά σε μια περίοδο που μετά το τέλος του πολέμου βρίσκει την Αγγλία σε φάση πλήρους ανάπτυξης. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για τον Μπέικερ να τα κρατήσει όλα αυτά εκτός, να παραμείνει προσηλωμένος στη γραφή στον ίδιο βαθμό που υπήρξε στην παρατήρηση του πετρίτη. Αυτή η μονομανία λειτούργησε περίφημα, δεν ήταν κάποια παράπλευρη δραστηριότητα της καθημερινότητάς του, αλλά η καθημερινότητά του ήταν εκείνη που πορευόταν παραπλεύρως και στα σκοτεινά τού κυρίου ενδιαφέροντός του.

Ο πετρίτης, σχετικά πρόσφατα, γνώρισε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος. Δεν μου προκαλεί εντύπωση αυτό, έχουμε απομακρυνθεί τόσο από τον φυσικό κόσμο, παρότι τον αλώσαμε και τον καταλάβαμε, σχήμα οξύμωρο η απομάκρυνση δια του πλησιάσματος, που μια κοντινή στο αστικό κέντρο παρατήρηση ενός πουλιού αποπνέει έναν εξωτισμό, σαν να επρόκειτο για την παρατήρηση κάποιου άγριου ζώου σε κάποια δυσπρόσιτη αφρικανική σαβάνα. Επίσης, η προσήλωση σε ένα πάθος, η μη διάσπαση της προσοχής, το μη ανικανοποιητό συναίσθημα, ο θόρυβος, ο όποιος θόρυβος, που προέρχεται από τη φύση και όχι από τον άνθρωπο και τις μηχανές, το δέος που η παρατήρηση ενός ζώου προκαλεί εξαιτίας της μη ματαιότητας της ύπαρξης, της μη βαρεμάρας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο πάσχων από ανίατη βαρεμάρα και ματαιότητα Λεοπάρντι. Όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν εντύπωση, ίσως και τότε, τη δεκαετία του '60 να συνέβαινε το ίδιο, αναλογικά πάντα, ίσως και τότε η απόσταση να ήταν ευδιάκριτη. Όπως, ταυτόχρονα, δεν μου προκαλεί εντύπωση η αρνητική, χωρίς να δοκιμάσει να περπατήσει στο πλευρό τού συγγραφέα, στάση του σημερινού αναγνώστη, η ανοικειότητα που νιώθει να τον κατακλύζει και να του γεννά απροθυμία. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ένα δείγμα, μία παράγραφος, ίσως σας προσανατολίσει καλύτερα:

Άφηνε νωχελικά τον άνεμο να την παρασέρνει· απόμακρη, απειλητική. Ισορροπούσε στα 700 μέτρα ύψος, ενώ το άσπρο σύννεφο πίσω της πέρασε και τράβηξε για τη νότια όχθη του ποταμόκολπου. Αργά-αργά οι φτερούγες της μαζεύτηκαν πίσω. Γλιστρούσε στον αέρα τόσο ήρεμα που ήταν σαν να κρεμόταν από τεντωμένο καλώδιο. Αυτή η επικράτηση επί του ανέμου που μούγκριζε, αυτή η μεγαλοπρέπεια κι η ευγενής δύναμη του πετάγματός της μ' έκαναν να βγάλω μια φωνή και να χοροπηδήσω από ενθουσιασμό. Μόλις είχα δει ό,τι ωραιότερο μπορεί να δει κανείς από τους πετρίτες, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω· δεν θα θελήσω ποτέ να την αναζητήσω ξανά. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Ποτέ δεν χορταίνεις.

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους φανς του Πετρίτη, ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην επιστροφή του στο προσκήνιο, πενήντα χρόνια μετά, εν μέσω οικολογικής ανησυχίας –όχι όλων σίγουρα αλλά τι σημασία έχει αυτό– υπήρξε ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν. Πριν από τέσσερα χρόνια διάβασα το βιβλίο του, Υπογαία (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Ολοκλήρωνα το τότε κείμενο λέγοντας: Ένα βιβλίο διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα διαβάσει. Αυτό το σχόλιο δεν έχει να κάνει με το μη μυθοπλαστικό, αλλά με το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί διάφορα μέρη στον πλανήτη, από τους πάγους στον Βόρειο Πόλο μέχρι τις κατακόμβες του Παρισιού, και είχε καταγράψει την οριακή –τουλάχιστον, για εμάς τους μη ριψοκίνδυνους ταξιδευτές– εμπειρία του. Αν κάτι τότε με είχε ενοχλήσει, αυτό ήταν η κάπως γλυκερή ενίοτε γλώσσα που χρησιμοποιούσε, είχα, τότε, σκεφτεί πως ίσως ήταν θέμα της μετάφρασης. Διαβάζοντας τον Πετρίτη, μια ξεκάθαρη, ομολογημένη επιπλέον από τον ίδιο, επιρροή, μπορώ να υποθέσω πως και το πρωτότυπο κείμενο έπασχε από τη γλυκερή γεύση που εκείνη η ανάγνωση άφησε στον ουρανίσκο μου.

Ένα ακόμα νήμα ξεπετάχθηκε μπροστά μου: η Μαρία Ξυλούρη και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, το πάθος με το οποίο μιλούσε για βιβλία που είχαν να κάνουν με πουλιά και την παρατήρησή τους, η συμβολή της στην έκδοση της Υπογαίας, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρος πως θα είχε αναφερθεί, ανάμεσα σε άλλα, και στον Πετρίτη.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο και κλείνοντας το κείμενο αυτό, νιώθω την επιθυμία να αναφερθώ στο πάθος του Μπέικερ για να διευκρινίσω, αν όντως χρειάζεται, πως είναι καθάριο και απαλλαγμένο από διάθεση για διδαχή, για προσηλυτισμό, για επίδειξη. Ανόθευτος και πηγαίος ο ενθουσιασμός του, η προσήλωσή του όμοια με εκείνη κάθε ενός που έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, για εκείνον καθοριστικό και προφανές, και αφήνεται σε αυτό, αντλώντας πρώτιστα ο ίδιος ικανοποίηση από την παρατήρηση και εν συνεχεία από τη γραφή, που λειτουργεί ως ολοκλήρωση της εμπειρίας, το είδος του ερασιτέχνη που τόσο μοιάζει να εκλείπει στις μέρες μας, εκείνου που έλκεται από το πάθος του όπως τα έντομα από το φως. Και αυτό υπήρξε για μένα ο συνδετικός ιστός με το βιβλίο, το πάθος για κάτι που ποσοτικά δεν μπορεί να καταστεί σημαντικό, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου οι αγορές ρυθμίζουν τα δήθεν πάθη και ενδιαφέροντα, και όμως είναι.

Χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, νιώθω πως η μετάφραση της Ζαχαριάδου υπήρξε υποδειγματική παρά την προφανή δυσκολία να πατήσει κανείς ταυτόχρονα στη βάρκα του μη μυθοπλαστικού και τεχνικού και σε εκείνη της λεπτής λογοτεχνικής αποτύπωσής τους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Υπογαία περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το πολύ καλό και αδικημένο μάλλον μυθιστόρημα της Ξυλούρη, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το στάδιο του Ουίμπλεντον - Daniele del Giudice

Βρισκόμαστε στο 1983, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Ίταλο Καλβίνο διαβάζει ένα πρωτόλειο έργο με έναν παράξενο τίτλο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, ενός νεαρού συγγραφέα με το όνομα Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, με θέμα, όχι το τένις, αν εκεί πήγε το μυαλό σας, αλλά την αναζήτηση ενός νεκρού από χρόνια, κάπου ανάμεσα στη Βενετία και το Λονδίνο, ενός νεκρού συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή στη ζωή του και αυτό το γιατί προσπαθεί να καταλάβει το αφηγηματικό υποκείμενο, αφιερώνει γραμμές επί γραμμών σ' ένα βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει με πρόλογο του Καλβίνο, για έναν συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή.

Ένα αφηγηματικό παιχνίδι, μια μεταμοντέρνα κατασκευή, η συγγραφή στον πυρήνα, διαρκώς παρούσα, πολύ του γούστου του Καλβίνο, παιχνίδια και πειράματα γραφής έκανε κατά κόρον και ο ίδιος, η λογοτεχνία πάντοτε στο επίκεντρο, σ' έναν βωμό τοποθετημένη, δεν υπήρξε ένας βέβηλος, αλλά ένας φανατικός πιστός, που εκεί, στη λογοτεχνία, βρήκε μια επικράτεια σωτηρίας σε έναν κόσμο χωρίς αφήγηση βαρετό και μονότονο, όπως τα παιδιά, πριν υποστούν την απομαγευτική ενηλικίωση, βρίσκουν μια διέξοδο στο παιχνίδι, να πετάνε και να υποδέχονται τη μπάλα, να παρακολουθούν τον αγώνα και να συζητούν, να παθιάζονται· κάπως έτσι συμβαίνει και με τη λογοτεχνία.

Κάπου αλλού, λίγο δυτικά και βόρεια, ένας άλλος σπουδαίος βρισκόταν εν ζωή και δεν θα πέθαινε παρά πριν περάσουν είκοσι ακόμα χρόνια, ο Μορίς Μπλανσό, παρότι δεν έζησε ποτέ στο φως, αλλά στο σκοτάδι, της γραφής και του συλλογισμού της, ίσως εκείνος που περισσότερο απ' όλους τους συγγραφείς κυνήγησε να ζήσει και εν τέλει έζησε με τον τρόπο που η θεωρία της λογοτεχνίας επέτασσε, θεωρία στην οποία συνέβαλε και εκείνος, να αναζητήσετε τον Χώρο της λογοτεχνίας, ένας απομονωμένος παρατηρητής, παίρνω όλο το θάρρος να πω πως αυτό το βιβλίο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, πολύ του γούστου του θα ήτανε, η ιδιότυπη αυτή απόπειρα σύνθεσης μιας απούσας εργογραφίας ενός συγγραφέα νεκρού από χρόνια, ίσως, συνεχίζω να παίρνω όλο το θάρρος, πως, όπως στο έργο του ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρόσωπο είναι ποιο, όχι αν είναι ο Γιάννης ή ο Γιώργος, αλλά αν είναι το υποκείμενο της παρατήρησης, ο παρατηρητής αφηγητής, ο παρατηρούμενος αφηγητής, το αντικείμενο της παρατήρησης, ή αν όλα αυτά είναι ένα κοινό πρόσωπο σε ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες, είδωλα και παιχνίδια του φωτός και της αντανάκλασής του, έτσι και εδώ, ο αναγνώστης, εγώ είμαι αυτός, από κάποιο σημείο και ύστερα θα σκεφτεί, μήπως αυτό το βιβλίο δεν έχει γραφτεί ακόμα, μήπως πρόκειται ένας νεαρός συγγραφέας να το γράψει δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τζούντιτσε, ενός συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή, παρότι τριγυρνούσε ακατάπαυστα στη χώρα εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης, τριγυρνούσε και αναρωτιόταν αν υπάρχει χώρος και για εκείνον πέρα από το να θεωρητικολογεί και να κρίνει, να διαβάζει και να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο σώμα της λογοτεχνίας, να αναρωτιέται αν υπάρχει κάτι ακόμα να ειπωθεί ή αν όλες οι ιστορίες, ακόμα και εκείνες για συγγραφείς που δεν έγραψαν ούτε μια γραμμή, έχουν ειπωθεί.

Είναι αναφανδόν γελοιότητα η συχνή δήλωση κατά δήλωση συγγραφέων πως δεν διαβάζουν για να μην επηρεαστούν, απόδειξη ίσως της θείας απουσίας, αφού κανείς κεραυνός δεν σχίζει τη στιγμή εκείνη τον ουρανό, παράλληλα όμως είναι και μια μεγάλη αλήθεια με τον τρόπο της, γιατί, αν διάβαζαν ίσως και να μην έγραφαν έχοντας αποκτήσει μια ελάχιστη ιδέα της λογοτεχνικής ποιότητας και ποσότητας που κυκλοφορεί εκεί έξω, κάπως θα αντιλαμβάνονταν το μέγεθός τους, το μη μέγεθος, αν θέλω να είμαι ακριβής, και είναι ταυτόχρονα αληθές, διόλου παράδοξα, πως οι συγγραφείς εκείνοι που εν τέλει έγραψαν και γράφουν και πρόσθεσαν και προσθέτουν ένα λιθαράκι ή μία πλίνθο ολόκληρη στο οικοδόμημα είχαν διαβάσει πολύ και δεν σταμάτησαν να διαβάζουν πολύ, και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της πρώτης κατηγορίας, η λογοτεχνία, η πρόσληψη και ο μεταβολισμός της, τους υπέδειξε τη ρωγμή, τον ελάχιστο πια χώρο που όμως, όπως μια χαραμάδα ελάχιστη μπορεί να αποτελεί την είσοδο σε μια, πέρα από κάθε φαντασία, ευρύχωρη σπηλιά. 

Αν κάποιος με ρωτούσε, ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, θα απαντούσα, αν και δεν θα ήμουν σίγουρος πως μπορεί να οριστεί ως είδος, πως είναι εκείνο που έχει στο επίκεντρό του τη λογοτεχνία, τη συγγραφή και την ανάγνωση, επειδή εκεί, εκτός από τα νήματα διακειμενικότητας τα οποία αχόρταγα σκύβω, κόβω και μαζεύω στο σακούλι μου, είναι και τα ερωτήματα, αλλά κυρίως οι απαντήσεις στα γιατί της γραφής και της ανάγνωσης, ερωτήματα και απαντήσεις που πολυποίκιλες καθώς είναι επιμένουν να θρυμματίζουν το είδωλο ενός μονοσήμαντων εξηγήσεων και ερμηνειών κόσμου, και αυτό το βιβλίο, που τυχαία εντόπισα και πολύ απόλαυσα, ανήκει στη λογοτεχνία που περισσότερο αγαπώ. Αποκολλώ και επικολλώ ένα σχετικό απόσπασμα:

«Κι ύστερα –ξανάρχισε– το να διαβάζεις επαγγελματικά για τους εκδότες, όπως εκείνος... Βλέπετε, στο μέτρο των δικών μου ασήμαντων δυνατοτήτων, από τότε που έγινα κάπως γνωστός εδώ, λαμβάνω πολλά βιβλία που άλλοτε δεν ελάμβανα. Όλα αυτά με αποθαρρύνουν απ' τη συγγραφή. Εγώ πλέον δεν γράφω τίποτα, το μόνο που κάνω είναι απλώς να διαχειρίζομαι τα λίγα που έχω γράψει κι αυτό ακόμα με δυσκολία. Όμως τα κοιτάζω, και κάποια είναι και καλά, αλλά, κυρίως, είναι τόσο πολλά και σκέφτομαι: γιατί να προσθέσω κι εγώ ακόμα ένα; Ίσως να συνέβη το ίδιο και με κείνον, εν μέρει τουλάχιστον...».

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Ιωάννα Παππά
Εκδόσεις Τραυλός